Ακραία καιρικά φαινόμενα – Συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης του ΜΕΤΕΟ/ ΕΑΑ σε περιοχές της Ελλάδας

Συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης έχει αναπτύξει το ΜΕΤΕΟ/Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών σε Αθήνα, Ρέθυμνο, Θεσσαλία και Πεντέλη εφοδιάζοντας αυτές τις περιοχές με εργαλεία για την καλύτερη προετοιμασία πριν και κατά την εκδήλωση των ακραίων καιρικών φαινομένων. Οι κλιματικές υπηρεσίες και τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, που παρουσιάστηκαν σε ημερίδα που πραγματοποιήθηκε και συνδιοργανώθηκε από τον Δήμο Αθηναίων, την μονάδα ΜΕΤΕΟ του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και το Center for the Promotion of Science (CPN) της Σερβίας, αποτελούν όπως τονίστηκε, άμεση προτεραιότητα στην εποχή της κλιματικής κρίσης, προκειμένου να αξιοποιηθούν για τη βελτίωση της προετοιμασίας, κατά την εκδήλωση των ακραίων καιρικών φαινομένων αλλά και την προστασία πολιτών και υποδομών.

Ειδικότερα, όπως ανέφερε ο διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, σε Δήμο Αθηναίων και σε Δήμο Πεντέλης έχουν αναπτυχθεί συστήματα παρακολούθησης με νέους μετεωρολογικούς σταθμούς και εξειδικευμένες προγνώσεις καιρού. Στον Δήμο Αθηναίων το σύστημα περιλαμβάνει εξειδικευμένες προγνώσεις καιρού για τη θερμική καταπόνηση, ενώ στον Δήμο Πεντέλης για δασικές πυρκαγιές. Επιπλέον στο Ρέθυμνο έχει δημιουργηθεί σύστημα παρακολούθησης που συνδυάζει υφιστάμενους και νέους σταθμούς με αισθητήρες ποιότητας αέρα ενώ έχουν εγκατασταθεί 7 νέοι μετεωρολογικοί σταθμοί, 2 συστήματα μέτρησης στάθμης και 2 αισθητήρες ποιότητας αέρα.

Όσον αφορά τη Θεσσαλία, εκεί υλοποιείται ένα ολοκληρωμένο σύστημα που συνδυάζει μετρήσεις από δίκτυο μετεωρολογικών σταθμών μέτρησης στάθμης ποταμών και εξειδικευμένες προγνώσεις καιρού. Το σύστημα περιλαμβάνει και πρόγνωση στάθμης ποταμών, αξιοποιώντας τεχνικές Τεχνητής Νοημοσύνης.

Όπως επισήμανε ο κ. Λαγουβάρδος τα συστήματα που έχουν αναπτυχθεί βασίζονται σε 4 πυλώνες έγκαιρης προειδοποίησης. Ο πρώτος είναι η γνώση της διακινδύνευσης, δηλαδή η αναγνώριση και η αξιολόγηση κινδύνων σε τοπικό επίπεδο, ο δεύτερος η συγκέντρωση παρατηρήσεων και προγνώσεων μέσω δικτύων αισθητήρων, μετεωρολογικών ραντάρ και αριθμητικών μοντέλων πρόγνωσης καιρού, ο τρίτος η βελτίωση της προετοιμασίας μέσω του σχεδιασμού ανταπόκρισης, της εκπαίδευσης στελεχών και εθελοντών και ο τέταρτος η επικοινωνία των ειδοποιήσεων για την έγκαιρη και αξιόπιστη ενημέρωση πολιτών, δήμων και περιφερειών.

Περιγράφοντας τα πλεονεκτήματα και ισχυρά σημεία των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης ο κ. Λαγουβάρδος τόνισε ότι ένα από αυτά είναι ο ενιαίος τρόπος συνδυασμού προβολής όλων των πληροφοριών. Παράλληλα σημείωσε ότι μέσω αυτών των συστημάτων βελτιώνεται η προετοιμασία πριν την εκδήλωση μίας φυσικής καταστροφής, ενώ μέσω της αξιοποίησής τους μπορούν να συμβάλουν στην προστασία της ζωής και των περιουσιών αλλά και των υποδομών μιας επιχείρησης. Όσον αφορά τις αδυναμίες τους όπως είπε ο κ. Λαγουβάρδος εντοπίζονται δυσκολίες στην ενσωμάτωσή τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ενώ χρειάζεται να εξασφαλιστεί η ορθή λειτουργία τους στο χρόνο.

«Θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε αξιοποιώντας την έρευνα, την επιστήμη, την τεχνολογία να δώσουμε καλύτερα προϊόντα. Το πιο σημαντικό είναι η συνεργασία και η αμφίδρομη επικοινωνία. Αν δεν προχωρήσουμε μαζί δεν θα καταφέρουμε το τελικό αποτέλεσμα που είναι να προστατευτούμε στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης», σημείωσε ο κ. Λαγουβάρδος ενώ προσέθεσε ότι μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης τα συστήματα θα μπορέσουν να εξελιχθούν και να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο.

Από την πλευρά της η διευθύντρια Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών Βασιλική Κοτρώνη επισήμανε ότι «τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης επιτρέπουν: πρόγνωση επικίνδυνων φαινομένων, έγκαιρη ενημέρωση αρχών και πληθυσμού και ενεργοποίηση σχεδίων προστασίας», έχοντας ως στόχο τη μείωση του κινδύνου.

«Δεν αρκεί να ξέρεις το φαινόμενο· πρέπει να ξέρεις τις επιπτώσεις του. Η ανάλυση διακινδύνευσης μετατρέπει τη μετεωρολογική πληροφορία σε πληροφορία λήψης αποφάσεων. Επιτρέπει ιεράρχηση προτεραιοτήτων και υποστηρίζει τον σχεδιασμό πρόληψης και προσαρμογής. Η ανάλυση διακινδύνευσης βοηθά ώστε οι παρεμβάσεις να γίνονται εκεί όπου το όφελος είναι μεγαλύτερο και οδηγεί σε στοχευμένα έργα και μέτρα», σημείωσε η κ. Κοτρώνη. Επιπλέον τόνισε ότι τα συστήματα προειδοποίησης είναι πιο αποτελεσματικά αν γνωρίζεις εκ των προτέρων ποιος κινδυνεύει, από τι και με ποιες πιθανές συνέπειες. 

«Η ανάπτυξη και η ενσωμάτωσή τους στη λειτουργία των περιφερειών και των δήμων αλλά και οργανισμών που λειτουργούν υποδομές είναι βασική προτεραιότητα για την κλιματική ανθεκτικότητα», υπογράμμισε η κ. Κοτρώνη.

Στην ανάγκη για ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πόλεων αναφέρθηκε ο αντιδήμαρχος Πολιτικής Προστασίας του Δήμου Αθηναίων, Ανδρέας Γραμματικογιάννης. Όπως είπε χρειάζεται αλλαγή φιλοσοφίας, δηλαδή να γίνει η μετάβαση από την αποσπασματική αντίδραση σε μία προληπτική και τεχνολογικά προηγμένη διαχείριση των κινδύνων ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της πόλης».

«Στην Ελλάδα – και ιδιαίτερα στο Λεκανοπέδιο Αττικής, όπου συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός – οι διαχρονικές χωροταξικές παθογένειες (μπαζωμένα ρέματα, ανεπαρκή δίκτυα ομβρίων κ.ά.) αυξάνουν σημαντικά την ευαλωτότητα», σημείωσε ο κ. Γραμματικογιάννης και προσέθεσε ότι στον Δήμο Αθηναίων η πρόληψη αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Επιπλέον αναφέρθηκε σε τρεις πυλώνες δράσεων όπως η ενίσχυση της συνεργασίας με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, η ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων πρόγνωσης και έγκαιρης προειδοποίησης και η επένδυση σε τεχνολογίες που αυξάνουν την ανθεκτικότητα της πόλης, ενώ υπογράμμισε ότι το επόμενο βήμα είναι η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Από την πλευρά του ο Εντεταλμένος Σύμβουλος Κλιματικού Συμφώνου και Κυκλικής Οικονομίας και πρόεδρος του ΚΥΑΔΑ, Νίκος Χρυσόγελος επισήμανε ότι η κλιματική κρίση δεν είναι ένα σενάριο «που θα ζούσαμε μετά από δεκαετίες αλλά είναι μια υπαρκτή κατάσταση και στις πόλεις». Όπως σημείωσε, χρειάζονται εξειδικευμένα εργαλεία ενώ προσέθεσε ότι υπάρχει ανάγκη στελέχωσης των υπηρεσιών πολιτικής προστασίας στους δήμους. «Πρέπει οι δήμοι να έχουν στελέχη και μηχανισμούς που θα είναι σε μία συνεχή διαδικασία διαλόγου με τους φορείς. Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ερευνητικά προγράμματα, αλλά χρειάζονται στελέχη που να μπορούν να τα αξιοποιούν», τόνισε ο κ. Χρυσόγελος, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται θα πρέπει να βασίζονται σε δεδομένα και σε γνώση, ταυτόχρονα όμως, όπως είπε, χρειάζεται και «αλλαγή πολιτικών» με γνώμονα τη μείωση των κινδύνων σε μία περιοχή «που εξαρτώνται από το πώς αναπτύσσεται η πόλη». Παράλληλα ο κ. Χρυσόγελος έδωσε έμφαση στη συνεργασία μεταξύ των φορέων και στον κοινό σχεδιασμό, αλλά και στην εκπαίδευση του κοινού.

Στην αξιοποίηση των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης από τον Δήμο Πεντέλης αναφέρθηκε ο σύμβουλος στρατηγικής και ανάπτυξης του δήμου, Λευτέρης Μανιαδάκης. Όπως είπε, εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια έχουν εξοπλιστεί σε έναν ικανοποιητικό βαθμό, αξιοποιώντας προγνώσεις για την ετοιμότητα του δήμου και των αρχών. «Το καλοκαίρι του 2025 αντιμετωπίσαμε 39 εστίες φωτιάς», σημείωσε ενώ προσέθεσε ότι προσπαθούν να «χτίσουν» και το κομμάτι της ενημέρωσης των πολιτών. Παράλληλα επισήμανε ότι εντοπίζουν «πρόβλημα σύγκρουσης αρμοδιοτήτων με αρχές» και συμπλήρωσε ότι «οι αποφάσεις για τις υποδομές ενός δήμου χρειάζονται κλιματική ομάδα».

Μιλώντας για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Δήμος Ρεθύμνου ο αντιδήμαρχος Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής Αλλαγής του δήμου Γιώργος Σκορδίλης σημείωσε ότι τα πρώτα δέκα λεπτά απόκρισης είναι τα πιο σημαντικά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης είτε πυρκαγιών, είτε πλημμυρών, είτε σεισμών. Αυτό, όπως εξήγησε, είναι και το θετικό των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, «το περιθώριο του ωφέλιμου χρόνου». Ο κ. Σκορδίλης περιέγραψε τις απαιτήσεις που έχει το Ρέθυμνο καθώς πρόκειται, όπως είπε, για έναν δήμο που έχει έκταση 397 τετραγωνικά χιλιόμετρα, 47 κοινότητες, 101 οικισμούς και είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος δήμος στην Κρήτη σε πληθυσμό, με 57.000 κατοίκους και με έντονη εποχικότητα που το καλοκαίρι ξεπερνάει τους 100.000, ενώ έχει ιδιαίτερη γεωμορφολογία και πολεοδομία διαθέτοντας μεταξύ άλλων 10 ρέματα. Παράλληλα, όπως είπε, ένα ακόμη ζήτημα είναι κι αυτό της μεταφοράς σαχαριανής σκόνης, κάτι για το οποίο συνεργάζονται με το ΜΕΤΕΟ/Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών μέσω των συστημάτων που έχουν εγκατασταθεί. Επιπλέον ο κ. Σκορδίλης έκανε λόγο για ανάγκη στοχευμένων ειδοποιήσεων, ενώ έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην συνεργασία με τους επιστημονικούς φορείς αλλά και στην διάθεση αντίστοιχων πόρων για εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του δικτύου αναφέρθηκε ο διευθυντής Δικτύων ΔΕΔΔΗΕ, Παναγιώτης Λιόντος.

«Είναι δεδομένο ότι μιλάμε για κλιματική κρίση. Όλα αυτά μετατρέπουν την ανθεκτικότητα του δικτύου υποδομής σε μία επιχειρησιακή αναγκαιότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και οι κλιματικές υπηρεσίες μπορούν να παίξουν και παίζουν ήδη καθοριστικό ρόλο», σημείωσε και προσέθεσε ότι αυτά έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιηθούν σε συγκεκριμένα επίπεδα, όπως σε επίπεδο πρόληψης, προετοιμασίας, επιχειρησιακής απόκρισης και στρατηγικού σχεδιασμού. «Η αξιοποίηση των προγνώσεων μπορεί να οδηγήσει στον καλύτερο προσανατολισμό των συνεργείων μας, ώστε να κάνουμε πιο στοχευμένες συντηρήσεις, επιθεωρήσεις. Να ενισχύσουμε κρίσιμες υποδομές, να τοποθετήσουμε συνεργεία σε ορισμένα σημεία που οι προγνώσεις δείχνουν ότι θα έχουμε δύσκολα καιρικά φαινόμενα έτσι ώστε να προετοιμαστούμε καλύτερα», επισήμανε ο κ. Λιόντος και συμπλήρωσε ότι έχουν αναπτύξει μία πλατφόρμα του ΜΕΤΕΟ/ΕΑΑ διαχείρισης και ανάλυσης ρίσκου των υποδομών τους σε σχέση με κλιματικά σενάρια και για όλους τους φυσικούς κινδύνους. «Είναι επίσης σε διαδικασία παράδοσης ένα σύστημα έγκαιρης πρόγνωσης για έξι ημέρες, που επικαιροποιείται ανά 12 ώρες σε σύνδεση με τα δικά μας επιχειρησιακά κέντρα και με πλήρη αποτύπωση του δικού μας δικτύου», υπογράμμισε.

«Αυτά τα μοντέλα και εργαλεία μπορούν να μας βοηθήσουν να διοχετεύσουμε τους πόρους που έχουμε για να θωρακίσουμε το δίκτυό μας περισσότερο, να μεταβούμε σε μία πιο ενεργητική πρόληψη», σημείωσε.

Από την πλευρά του ο κ. Χάρης Γεωργίου από την Ελληνική Ομάδα Διάσωσης μίλησε για τις δυνατότητες που μπορεί να παρέχουν τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης σε επιχειρησιακό επίπεδο.

«Τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης σε επιχειρησιακό επίπεδο λύνουν το άμεσο και βραχυπρόθεσμο πρόβλημα της πληροφόρησης όταν μία ομάδα βρίσκεται στο πεδίο, ώστε να γνωρίζει πώς πρέπει να κινηθεί και τι υπάρχει γύρω της ειδικά κατά την εκδήλωση πυρκαγιάς», επισήμανε ενώ υπογράμμισε ότι ένα ζήτημα είναι η ροή της πληροφορίας κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων. «Χρειαζόμαστε κοινά πρωτόκολλα – δράσεις με την Πυροσβεστική είτε για πλημμύρες είτε για πυρκαγιές. Όλες οι Πυροσβεστικές Υπηρεσίες θα πρέπει να φτιάξουν ένα αντίστοιχο κοινό πρωτόκολλο που να περιλαμβάνει και τις εθελοντικές ομάδες. Χρειάζεται επίσης κοινό πλάνο και κοινός τρόπος συνεννόησης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Παράλληλα υπάρχει η ανάγκη για καλύτερη αξιοποίηση του δυναμικού, αλλά και καταγραφή των δυνατοτήτων που έχει ο κάθε φορέας», τόνισε ο κ. Γεωργίου.

Στο ζήτημα της ασφαλιστικής κάλυψης για φυσικές καταστροφές αναφέρθηκε με τη σειρά του ο διευθυντής Αναλογιστών (Chief Actuary) του ομίλου Interamerican, Γιάννης Τοτός. Παραθέτοντας κάποια στοιχεία ο κ. Τοτός είπε ότι στην Ελλάδα, σε ένα σύνολο 6.500.000 εκατομμυρίων κατοικιών, ασφαλισμένες για φυσικά φαινόμενα είναι το 17%, περίπου δηλαδή, 1,5 εκατομμύριο, ενώ όσον αφορά τα οχήματα, είναι ασφαλισμένα το 50%. «Υπάρχει μία κουλτούρα του “δεν θα συμβεί σε εμένα”. Το ποσοστό ασφάλισης κατοικιών είναι εξαιρετικά χαμηλό. Σε πρόσφατη έρευνά μας ένα στους δύο ερωτηθέντες ανησυχεί για σεισμό, και ένα στους τρεις ανησυχεί για πλημμύρες και πυρκαγιές», επισήμανε ο κ. Τοτός. Όπως είπε, χρειάζεται να δοθεί έμφαση και βαρύτητα στις συνέργειες μεταξύ όλων των φορέων για την καλύτερη προετοιμασία απέναντι στις συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινομένων. «Το κομμάτι της ασφάλισης δεν είναι πολυτέλεια, ούτε κάτι που αφορά λίγους, αλλά συμπαίκτης στην αντιμετώπιση των γεγονότων», τόνισε. Αναφέρθηκε ακόμα και στο πρόγραμμα που έχει αναπτύξει ο Όμιλος Interamerican καθώς και στη συνεργασία που έχει με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.

Σχετικές δημοσιεύσεις