Κανένας πολίτης που θα θέλει να προστατεύσει την πρώτη του κατοικία εξυπηρετώντας
τις υποχρεώσεις του, δεν θα μείνει απροστάτευτος»
Συνέντευξη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη στον
Βαγγέλη Μανδραβέλη στο πλαίσιο του συνεδρίου «Investing in Change: How Crete is Being
Transformed» που διοργανώνουν το powergame.gr και ο Economist
Κύριε Υπουργέ, μπαίνω κατευθείαν στην ουσία, ξεκινώντας από τα πιο πρόσφατα. Με
ποια λογική η κυβέρνηση παράτεινε το μέτρο της ενίσχυσης του πετρελαίου κίνησης και
όχι της βενζίνης. Ή και τα δύο, ας τα ενίσχυε ή ας συνέχιζε την επιδότηση και στα δύο ή σε
κανένα. Με ποια λογική επελέγη…
Να πω κατ’ αρχάς κύριε Μανδραβέλη, ότι η όλη σύλληψη είναι ένα πακέτο μέτρων το
οποίο έρχεται στις χρονικές στιγμές όπου πρέπει να παρέμβουμε βέλτιστα. Και μέχρι τώρα
έχουμε στηρίξει την κοινωνία με πάνω από 800 εκατομμύρια ευρώ στο σύνολο των μέτρων
τα οποία έχουμε σχεδιάσει και υλοποιούμε. Σε αυτό το πλαίσιο αποφασίσαμε να
παρατείνουμε το μέτρο του ντίζελ για τον εξής λόγο, με την επιδότηση των 15 λεπτών, που
είναι 12 λεπτά συν ΦΠΑ.
Το ντίζελ αφορά το πώς επιδρά στον πληθωρισμό η ενεργειακή κρίση ευρύτερα. Δηλαδή
αυτό το οποίο λέμε pass-through, το πώς περνάνε οι τιμές ενέργειας συνολικά στον
πληθωρισμό, συνολικά στην οικονομία, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πιο σαφές και πιο
ευδιάκριτο μέσα από την αύξηση των τιμών του ντίζελ. Και υπό αυτήν την έννοια αυτό είναι
κάτι το οποίο έχουμε επιλέξει να κάνουμε εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα μέτρα που είναι
επακριβώς στοχευμένα και παραμετροποιημένα και αφορούν συγκεκριμένες κοινωνικές
κατηγορίες.
Εδώ θέλαμε να κάνουμε κάτι το οποίο να ακουμπά το σύνολο της οικονομίας μέσα από τις
εφοδιαστικές αλυσίδες και μέσα από την γενικότερη επίδραση. Τώρα, αυτό σημαίνει ότι
δεν θα παρέμβουμε περαιτέρω εάν αξιολογήσουμε ότι η κατάσταση το απαιτεί; Σας
απαντώ. Όχι. Εάν χρειαστεί θα παρέμβουμε περαιτέρω. Αλλά αυτή τη στιγμή με βάση τα
δεδομένα τα οποία έχουμε, με βάση στο πού είναι η τιμή του Brent, κρίναμε ότι αυτή είναι
η κίνηση που έπρεπε να ανακοινώσουμε τούτη την ώρα.
Από εκεί και πέρα, το έχουμε αποδείξει, όχι μόνο σε σχέση με την ενεργειακή κρίση,
ευρύτερα. Όταν διαμορφώνεται επαρκής δημοσιονομικός χώρος, το σύνολο αυτού του
χώρου γυρίζει πίσω στον κόσμο, γυρίζει πίσω στην κοινωνία. Αυτό κάναμε στις πρόσφατες
ανακοινώσεις μας, αυτό θα συνεχίσουμε και να κάνουμε το επόμενο διάστημα.
Υπουργέ, πού βρισκόμαστε σε σχέση με την προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και
στη δημιουργία του Φορέα Επαναμίσθωσης των Ακινήτων; Γιατί αργεί τόσο πολύ, δύο
χρόνια τώρα είναι αυτή η διαδικασία και ίσως δεκαπέντε από την έναρξη της κρίσης με
την οποία απαιτήθηκε ένας τέτοιος Φορέας.
Να πω καταρχάς κύριε Μανδραβέλη, ότι επειδή ακούω πάρα πολλά σε σχέση με τους
πλειστηριασμούς, κάτω από το 10% των πλειστηριασμών αφορούν κατοικίες και όταν λέμε
κατοικίες, δεν εννοούμε μόνο πρώτες κατοικίες. Εννοούμε δευτερεύουσες κατοικίες και
εξοχικές κατοικίες. Αυτό το λέω για να έχουμε μια πραγματική αίσθηση της εμβέλειας του
προβλήματος, χωρίς φυσικά να ισχυριστούμε ότι αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα στο οποίο
πρέπει να απαντήσουμε, στο οποίο δεν πρέπει να ανταποκριθούμε.
Ανταποκρινόμαστε λοιπόν, και νομίζω ανταποκρινόμαστε με τον πληρέστερο τρόπο που
έχει ακουμπήσει αυτό το θέμα η ελληνική κυβέρνηση μέχρι σήμερα, με δύο βασικές
πολιτικές: Η πρώτη αφορά, αυτό το οποίο αναφέρατε, τον Φορέα Απόκτησης και
Επαναμίσθωσης Ακινήτων. Εκ των πραγμάτων είναι ένα πολύπλοκο πρότζεκτ να μπορέσει
αυτός ο φορέας να υλοποιηθεί, εν πάση περιπτώσει, τώρα είμαστε πραγματικά στην τελική
ευθεία. Περιμένουμε άμεσα τις δεσμευτικές προσφορές. Και αν έπρεπε να το πω σε τίτλο,
θεωρώ ότι η είδηση είναι ότι ο φορέας αυτός θα έχει λειτουργήσει μέχρι το τέλος του
φθινοπώρου.
Γιατί ο φορέας αυτός είναι σημαντικός; Είναι σημαντικός γιατί ο πραγματικά ευάλωτος θα
μπορεί να υπαχθεί στις μέριμνές του και εφόσον δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τη ρύθμιση
στην οποία βρίσκεται, τότε ο φορέας θα αποκτά το ακίνητο και με ένα επιδοτούμενο από
το κράτος ενοίκιο, από 70 μέχρι 210 ευρώ, έως και 12 χρόνια, θα μπορεί κανείς να
πληρώνει ένα ενοίκιο και να μένει στην κατοικία του και στο τέλος της περιόδου να είναι σε
θέση να την επανακτήσει. Έτσι δημιουργώντας ένα πραγματικό δίκτυ προστασίας για τους
ευάλωτους…
Είπα βέβαια δύο πολιτικές. Από την μία έχουμε το φορέα, από την άλλη έχουμε τον
Εξωδικαστικό μηχανισμό. Βλέπετε πόσο επενδύουμε στον Εξωδικαστικό μηχανισμό και εγώ
θα πω και πόσο είναι σαφές ότι αφορά χιλιάδες νοικοκυριά στη χώρα μας κάθε μήνα.
Ήδη είδατε ότι έχουμε μειώσει το πλαίσιο του εύρους υπαγωγής από τα 10.000 στα 5.000
ευρώ. Εκεί λοιπόν ποια είναι η παρέμβαση που θα κάνουμε; Η παρέμβαση είναι ότι θα
μπορεί ο πολίτης να ορίσει ο ίδιος την περίμετρο της προστασίας, να πει ότι θέλω να
προστατεύσω μόνο την κυρία κατοικία μου και έτσι να πετύχει και υψηλότερο κούρεμα και
χαμηλότερη μηνιαία δόση.
Αν αυτά τώρα τα αθροίσει κανείς, αυτές οι δύο πολιτικές μαζί είναι το πρώτο
ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας στη χώρα μας, μακριά από τις
δικαστικές ασάφειες και τις πολυπλοκότητες του Νόμου Κατσέλη. Και για να το πω
σχηματικά, σε πολιτικό επίπεδο, πολίτης ο οποίος θα θέλει να προστατεύσει την πρώτη του
κατοικία εξυπηρετώντας τις υποχρεώσεις του, δεν θα μείνει απροστάτευτος. Κανένας
πολίτης σε αυτή τη χώρα.
Σήμερα, μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης χώρας, της Νέας Δημοκρατίας και μετά από 5
χρόνια εφαρμογής του Ταμείου Ανάκαμψης πιστεύετε ότι η χώρα έχει αλλάξει δομή της
εγχώριας παραγωγής και της οικονομίας της; Έχουμε αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο
Υπουργέ μου;
Πιστεύω ότι είμαστε σε αυτή τη διαδρομή. Πιστεύω ότι το παραγωγικό μοντέλο αλλάζει
μέρα με την ημέρα. Να αναφέρω δύο χαρακτηριστικά στοιχεία, προσθέτοντας και όλα τα
υπόλοιπα. Το πρώτο είναι οι επενδύσεις σε σχέση με το ΑΕΠ. Ήμασταν στο 11% το 2019,
ευρωπαϊκός μέσος όρος στο 2021, αυτή τη στιγμή είμαστε στο 17%.
Είμαστε δηλαδή σε μια διαδρομή, σε μια πορεία αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου σε
σχέση με τις επενδύσεις.
Πάρτε τις εξαγωγές. Ποιο ήταν το παραγωγικό μοντέλο το οποίο απέτυχε το 2008-2009; Ένα
εσωστρεφές μοντέλο βασισμένο στην κατανάλωση στις εισαγωγές και όχι στις επενδύσεις.
Ανέφερα τις επενδύσεις. Στις εξαγωγές είμασταν τότε στο 20%, εξαγωγές με όρους ΑΕΠ,
τώρα είμαστε στο 42%. Θα μου πείτε, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι
51%, θα σας απαντήσω ότι δεν έχουμε ολοκληρώσει αυτή τη μετάβαση, έχουμε καλύψει
όμως ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της, ένα πολύ υγιές κομμάτι της.
Και αν προσθέσει κανείς αυτά ότι η χώρα μας πλέον έχει δημοσιονομική ισορροπία,
παράγει πλεονάσματα, αποκλιμακώνει το χρέος της πιο γρήγορα από οποιαδήποτε άλλη
χώρα στον κόσμο, δεν περνάει το βάρος στην επόμενη γενιά, δεν διατρέχουμε ρίσκο για το
2032, όπως ακούγαμε παλαιότερα – και φυσικά, αν υπογραμμίσει ότι έχουμε ανεργία της
τάξης του 8% και πολύ σύντομα θα έχουμε το ιστορικό χαμηλό στην ανεργία, τότε όλα αυτά
μαζί θεμελιώνουν ότι είναι δεδομένο ότι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας αλλάζει.
Άλλωστε, το ξέρετε κ. Μανδραβέλη, ακούμε από την Αντιπολίτευση κριτική για το Ταμείο
Ανάκαμψης. Και επιτρέψτε μου να πω ότι η Αντιπολίτευση έχει τη συνηθισμένη αντίφαση
μέσα σε αυτό. Γιατί από τη μία μας εγκαλούν για το Ταμείο Ανάκαμψης και από την άλλη
μας ρωτάνε στη Βουλή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης τι; Άρα, λέγοντας οι ίδιοι ότι το Ταμείο
Ανάκαμψης έκανε μειώσεις στη διαφορά στην οικονομία, είναι θεμελιώδης η αντίφαση
αυτής της κριτικής. Γιατί πράγματι το Ταμείο Ανάκαμψης, επειδή συνδύασε προγράμματα
με μεταρρυθμίσεις, παίζει ένα πάρα πολύ σημαντικό ρόλο για να μπορέσουμε να
υλοποιήσουμε την ψηφιακή μετάβαση, την πράσινη μετάβαση, μία σειρά από στόχους στο
πλήρες εύρος των παραγωγικών τομέων της οικονομίας.
Και βέβαια εδώ επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι η Ελλάδα μετέχει και σε μια ευρύτερη
ευρωπαϊκή συζήτηση, η οποία έχει να κάνει με τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις και
εξαγορές, με το πώς για παράδειγμα το ελληνικό χρηματιστήριο έγινε μέλος του δικτύου
της Euronext, με το πώς μια συστημική μας τράπεζα έγινε μέλος του δικτύου της Unicredit
(η Alpha Bank), μπαίνουμε σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση, με όρους όμως
διπλάσιας ανάπτυξης σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, με όρους σύγκλησης.
Άρα για να συνοψίσω, το παραγωγικό μοντέλο της χώρας μας αλλάζει μέρα με την ημέρα,
απαιτείται πολιτική και δημοσιονομική σταθερότητα για να συνεχιστεί αυτή η διαδρομή,
για να επιτευχθεί αυτή η αλλαγή. Δεν θα άλλαζε ποτέ σε μια μέρα ή σε μια εβδομάδα.
Θέλει συστηματική δουλειά για να μπορέσεις να το πετύχεις. Αλλά αυτή τη στιγμή είμαστε
σε μια διαδρομή που αυτό το πετυχαίνει. Δεν θα ισχυριστώ ότι δεν υπάρχουν δυσκολίες.
Δεν θα ισχυριστώ για τον κόσμο που μας βλέπει ότι ακόμη δεν υπάρχουν αρκετά
προβλήματα τα οποία πρέπει να λύσουμε.
Αλλά πλέον έχουμε, αν θέλετε, μεταβολή στο μάθημα ότι τα προβλήματα δεν λύνονται με
έναν νόμο και ένα άρθρο. Λύνονται με συστηματική δουλειά, με σχέδιο, με πλάνο, με
βούληση και πάνω απ’ όλα με την πίστη και με την πεποίθηση ότι είναι απολύτως εφικτό η
χώρα μας να φτάσει εκεί που της αξίζει.
Η αντιπολίτευση συχνά σας κατηγορεί ως η κυβέρνηση της εξυπηρέτησης του μεγάλου
κεφαλαίου. Δεν θέλω να απαντήσετε σε αυτό. Αλλά στο γιατί οι μισθοί και τα έσοδα
ακινήτων πρέπει να φορολογούνται ακόμη και στους 45% ενώ τα μερίσματα και τα κέρδη
των επιχειρήσεων σε μόλις 5%.
Αυτή, ξέρετε, είναι άλλη μια αντιφατική κριτική της αντιπολίτευσης γιατί η ίδια
αντιπολίτευση που τα λέει αυτά είναι εκείνη η οποία υπερφορολόγησε τη μεσαία τάξη και
εκείνη η οποία ως ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε να μειώνει τον φόρο μερισμάτων στον οποίο
αναφερθήκατε, το πήγε στο 10% όταν αναλάβαμε.
Να ξεκινήσω όμως λέγοντας ότι είμαστε μια κυβέρνηση που έκανε τη μεγαλύτερη μείωση
άμεσων φόρων στη μεταπολίτευση, ότι ήταν μια μείωση άμεσων φόρων η οποία στόχευε
τη μεσαία τάξη, στόχευε τις οικογένειες με παιδιά, στόχευε τους νέους ανθρώπους που
μπαίνουν στην αγορά εργασίας, μηδενίζουμε τον φορολογικό συντελεστή για νέα παιδιά
μέχρι 25 ετών που ξεκινούν την διαδρομή τους στην αγορά εργασίας. Είμαστε μια
κυβέρνηση η οποία αύξησε τον κατώτατο μισθό κατά 46%.
Ο κατώτατος μισθός ήταν στα 650 ευρώ και θα φτάσει του χρόνου στα 950. Όλη αυτή η
διαδρομή είναι η διαδρομή μιας κυβέρνησης και μιας χώρας η οποία προσπαθεί να
στηρίξει το σύνολο της κοινωνίας. Και αυτό νομίζω ότι αποδεικνύεται περίτρανα και από τα
στοιχεία.
Και ξαναλέω, προβλήματα υπάρχουν. Κάθε βήμα ισχυροποίησης που κάνουμε όμως
συνολικότερα για τη χώρα θα αφορά και αφορά όλες και όλους. Από εκεί και πέρα να
σταθώ λίγο παραπάνω στα μερίσματα.
Ξέρετε, παραλάβαμε το 2019 από το ΣΥΡΙΖΑ με φόρο μερισμάτων 10%. Τότε το σύνολο των
ποσών που είχε δηλωθεί ήταν 1,7 δισ και πήραμε φόρο 173 εκατομμύρια. Με το που το
πήγαμε στο 5% από 1,7 δισ, θυμάστε πόσα δηλώθηκαν; 5,7 δισ. και πήραμε 288
εκατομμύρια έσοδα την επόμενη χρονιά. Αυτό ήταν το 2020. Το 2024 από τα 5,7 δις πλέον
πήγαμε στα 7,7 δισ και δηλώθηκαν 386 εκατομμύρια ευρώ.
Δηλαδή, είναι όλο αυτό κομμάτι μιας εξίσωσης που στο τέλος της ημέρας αντλεί
περισσότερα έσοδα για τον κρατικό προϋπολογισμό και άρα δυνάμεθα να στηρίξουμε όλο
ένα και περισσότερο σε όλο ένα και καλύτερα. Και γενικότερα, τι θέλουμε να κάνουμε ως
κυβέρνηση, τι επιδιώκουμε να κάνουμε ως κυβέρνηση; Να αφαιρούμε βάρη.
Δεν είναι πολλά τα βάρη τα οποία υπάρχουν φορολογικά μεταπολιτευτικά στη χώρα μας;
Μειώσαμε 83 φόρους και εισφορές. Και θα σας πω κάτι, ακόμα οι φόροι είναι υψηλοί σε
σχέση με αυτό που επιθυμούμε να πετύχουμε. Θέλουμε να πετύχουμε ακόμη μεγαλύτερες
μειώσεις, για τους πολίτες, για τους ευάλωτους, για τις επιχειρήσεις.
Αλλά νομίζω ότι ο κόσμος ξέρει καλά ότι έχουμε την αξιοπιστία να του λέμε αλήθειες. Θα
μειώνουμε φόρους, θα στηρίζουμε την κοινωνία ολοένα και περισσότερο όσο
δημιουργείται η δυνατότητά μας να το κάνουμε, ο δημοσιονομικός χώρος να το κάνουμε.
Οτιδήποτε άλλο είναι εκτός πραγματικότητας και είναι το ίδιο πολιτικό λεξιλόγιο το οποίο
απέτυχε διαχρονικά όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Πέρασε τα βάρη, επιτρέψτε μου να
πω, στη δική μου γενιά και σε όλες τις νέες γενιές οι οποίες προσπαθούν να μπουν στην
αγορά εργασίας. Τώρα εμείς και δεν θα περάσουμε τον λογαριασμό στους επόμενους και
θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε το σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας.
Η Ελλάδα μπορεί να πετύχει πραγματικά θεαματικά αποτελέσματα. Ήδη το κάνει. Είναι
απολύτως εφικτό αν συνεχίσουμε συστηματικά τη σκληρή και στοχευμένη δουλειά.
Πάντως οι δημοσκοπήσεις τα τελευταία χρόνια εμφανίζουν ένα μεγάλο έλλειμμα
αξιοπιστίας τόσο από την πλευρά της αντιπολίτευσης όσο και από την πλευρά της
κυβέρνησης που φαίνεται να μην πείθει το εκλογικό σώμα.
Από τη στιγμή που δεν υπάρχει αντίπαλος για τη Νέα Δημοκρατία, γιατί χάνει σε
δημοτικότητα η κυβέρνηση κι αν στο μέλλον τίθεται θέμα να χάσει το πλεονέκτημα της
πολιτικής σταθερότητας που διαθέτει σήμερα αυτή τη στιγμή η για το οποίο είναι ένα
μεγάλο asset και για την οικονομία και για την κοινωνία.
Είναι απολύτως απαραίτητο η χώρα να μην χάσει το πλεονέκτημα της πολιτικής και κατ’
επέκταση της οικονομικής σταθερότητας γιατί είναι ο μόνος πραγματικός και πρακτικός
τρόπος για να στηριχθεί η κοινωνία.
Προχωρώ λέγοντας ότι σε ότι αφορά τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, σε καμία των
περιπτώσεων δεν πρέπει οποιοσδήποτε από εμάς να τα υποτιμά, να υποτιμά την
Αντιπολίτευση – η συζήτηση γίνεται επί προτάσεων, όχι επί προσώπων. Υπάρχει σύγκριση.
Συγκρίνεται ο Πρωθυπουργός, ο κ. Μητσοτάκης, με τον κ. Τσίπρα, με τον κ. Ανδρουλάκη, με
το σύνολο των πολιτικών αρχηγών.
Η πολιτική δεν διεξάγεται σε κενό αέρος. Διεξάγεται σε πραγματικές συνθήκες. Και ο
κόσμος κάνει την αξιολόγησή του σήμερα στις δημοσκοπήσεις, αύριο στην κάλπη. Τα
προγράμματα και οι λύσεις, οι πρακτικές είναι αυτές οι οποίες εν τέλει θα συγκριθούν.
Εγώ θα πω ότι από τον ιστορικό φακό είμαστε στον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης.
Αυτονοήτως στον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης υπάρχει μια φυσιολογική φθορά. Αλλά σε
ό,τι αφορά εμάς, ο κόσμος νομίζω ότι γνωρίζει ότι είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να
δώσουμε πρακτικές λύσεις σε όλα τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει.
Το ζήτημα το οποίο συζητήσαμε πριν η συζήτηση για την προστασία της πρώτης κατοικίας
βλέπετε ότι έρχεται η κυβέρνηση να απαντήσει σε αυτό με έναν πολύ πρακτικό τρόπο. Δεν
έχω ακούσει πρακτικές θέσεις από την Αντιπολίτευση. Ευχολόγιο έχω ακούσει.
Συγκρινόμαστε δηλαδή με τα προβλήματα και υπό τον ιστορικό φακό το γεγονός ότι η Νέα
Δημοκρατία καταγράφεται πρώτη με διαφορά 15 και πλέον μονάδων από τα υπόλοιπα
κόμματα της αντιπολίτευσης στις δημοσκοπήσεις. Είναι και μία αντανάκλαση η οποία
επιτρέψτε μου να πω, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Άρα γνωρίζουμε ποιος είναι ο
αντίπαλός μας. Ο αντίπαλός μας είναι το πρόβλημα. Δεν θα κουραστώ να το λέω. Το
εκάστοτε πρόβλημα.
Όσο ο κόσμος έχει προβλήματα, το πρόβλημά τους είναι το πρόβλημά μας και θα
συνεχίσουμε να εργαζόμαστε σε αυτή την κατεύθυνση, γιατί αυτό εν τέλει είναι που κάνει
τη διαφορά. Όχι το πολιτικό τσιτάτο, όχι το πολιτικό σύνθημα, η πολιτική λύση.
