Το Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας βρέθηκε προ δεκαετίας αντιμέτωπο με μια σφοδρή στεγαστική κρίση, η οποία προκλήθηκε από την κατακόρυφη αύξηση της μετανάστευσης και τον επαναπατρισμό πολιτών. Λόγω των ιδιαίτερων γεωγραφικών περιορισμών της πόλης, που είναι χτισμένη πάνω σε μια στενή λωρίδα γης, η οριζόντια επέκταση ήταν αδύνατη. Έτσι, οι πολεοδόμοι επέλεξαν μια αντισυμβατική λύση: την καθ’ ύψος ανάπτυξη του αστικού ιστού.
Για να υλοποιηθεί αυτό το εγχείρημα, το 2010 ενοποιήθηκαν οκτώ τοπικές διοικήσεις σε ένα κοινό κέντρο λήψης αποφάσεων. Στη συνέχεια, άλλαξαν ριζικά οι όροι δόμησης στο 75% της οικιστικής γης, επιτρέποντας τη δημιουργία ψηλότερων και στενότερων συγκροτημάτων κατοικιών στη θέση παλιών μονοκατοικιών με μεγάλους κήπους. Η αλλαγή αυτή συνέπεσε με τις νέες ανάγκες των κατοίκων, καθώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναζητούσαν μικρότερα σπίτια εντός πόλης, ενώ οι νεότεροι ήταν ήδη εξοικειωμένοι με τη συμπαγή αστική διαβίωση.
Τα αποτελέσματα μέχρι το 2025 δείχνουν ότι το οικιστικό απόθεμα αυξήθηκε κατά 19,5% (περίπου 101.000 νέες κατοικίες), εξαλείφοντας το πρόβλημα των ελλείψεων. Παράλληλα, οι τιμές των ακινήτων σημείωσαν υποχώρηση της τάξης του 25% μέσα σε μια δεκαετία, ενώ και η άνοδος των ενοικίων συγκρατήθηκε σημαντικά σε σύγκριση με άλλες πόλεις.
Παρ’ όλα αυτά, το μοντέλο του Όκλαντ προκαλεί και αντιδράσεις. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονται για την κυκλοφοριακή συμφόρηση, την οπτική όχληση από τα ψηλότερα κτίρια κοντά στις ιδιοκτησίες τους και τον θόρυβο των εργοταξίων. Επιπλέον, ορισμένοι οικονομολόγοι αμφισβητούν αν η οικοδομική έκρηξη οφείλεται αποκλειστικά στη μεταρρύθμιση ή αν αποτελεί φυσική αντίδραση της αγοράς. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η λύση αυτή δεν μπορεί να αντιγραφεί αυτούσια σε πόλεις με πυκνή ιστορική ανάπτυξη, ωστόσο το πείραμα παραμένει ένας από τους πιο ενδιαφέροντες διεθνείς οδηγούς για την καταπολέμηση της στεγαστικής κρίσης μέσω της αύξησης της προσφοράς.
