Η ατμοσφαιρική ρύπανση από πυρκαγιές επηρεάζει και τη ρευματοειδή αρθρίτιδα

Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να αυξάνει τη δραστηριότητα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ) και να προκαλεί συχνότερες και πιο επώδυνες εξάρσεις της νόσου. Η ισχυρότερη συσχέτιση καταγράφηκε με τα αιωρούμενα μικροσωματίδια PM2.5, τα οποία προέρχονται από σκόνη, καπνό, αιθάλη και καύσεις. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Annals ofthe Rheumatic Diseases (ARD) και υπογραμμίζουν ότι η ποιότητα του αέρα αποτελεί σημαντικό παράγοντα τόσο για τη διαχείριση της νόσου όσο και για τη χάραξη πολιτικών δημόσιας υγείας.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσονόσημα που προκαλεί φλεγμονή και προοδευτική καταστροφή των αρθρώσεων, ενώ μπορεί να επηρεάσει και άλλα όργανα του σώματος. Υπολογίζεται ότι προσβάλλει το 0,5%-1% του ενήλικου πληθυσμού παγκοσμίως. Η εμφάνισή της σχετίζεται με συνδυασμό γενετικών, ανοσολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Αν και ορισμένοι από αυτούς δεν μπορούν να τροποποιηθούν, άλλοι, όπως το κάπνισμα και η έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους, αποτελούν παράγοντες που μπορούν να περιοριστούν.

Προηγούμενες επιδημιολογικές μελέτες είχαν ήδη δείξει ότι η μακροχρόνια έκθεση σε μολυσμένο αέρα αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Ωστόσο, δεν ήταν σαφές αν η ρύπανση επηρεάζει και την πορεία της σε άτομα που έχουν ήδη διαγνωστεί. Για να διερευνήσουν το ερώτημα αυτό, ερευνητές από τη Νότια Κορέα πραγματοποίησαν μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα σχετικά με τη σχέση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της ενεργότητας της ΡΑ.

Στη μελέτη συμμετείχαν 1.070 ασθενείς, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για τέσσερα χρόνια (2021-2024). Συνολικά αναλύθηκαν δεδομένα από 12.583 επισκέψεις σε εξωτερικά ιατρεία, σε πραγματικές συνθήκες κλινικής πρακτικής. Για κάθε ασθενή καταγράφηκαν τα επίπεδα έξι βασικών ατμοσφαιρικών ρύπων: διοξείδιο του θείου (SO₂), διοξείδιο του αζώτου (NO₂), όζον (O₃), μονοξείδιο του άνθρακα (CO), αιωρούμενα σωματίδια PM10 και PM2.5. Οι ερευνητές συνέκριναν τα επίπεδα αυτών των ρύπων με τη δραστηριότητα της νόσου και τη συχνότητα των εξάρσεων.

Για να εξασφαλιστεί η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, λήφθηκαν υπόψη πολλοί παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη νόσο, όπως η ηλικία, το φύλο, η παρουσία ειδικών αντισωμάτων, η φαρμακευτική αγωγή, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και οι καιρικές μεταβολές. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ειδική στατιστική ανάλυση που συνέκρινε τις μεταβολές στην έκθεση των ίδιων των ασθενών στους ρύπους λίγο πριν από κάθε επίσκεψη, μειώνοντας την πιθανότητα παραπλανητικών συσχετίσεων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα PM2.5 ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που σχετιζόταν με αυξημένη ενεργότητα της νόσου και μεγαλύτερο κίνδυνο εξάρσεων. Ιδιαίτερα επιβαρυντική φάνηκε η συνεχής έκθεση σε υψηλές συγκεντρώσεις PM2.5 για διάστημα μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων.

Τα PM2.5 είναι εξαιρετικά μικροσκοπικά σωματίδια, μικρότερα ακόμη και από τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Όταν εισπνέονται, μπορούν να περάσουν από τους πνεύμονες στην κυκλοφορία του αίματος και να φτάσουν σε διάφορα όργανα. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι προκαλούν αυξημένη παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου, οι οποίες δημιουργούν οξειδωτικό στρες, βλάπτουν το DNA και ενεργοποιούν φλεγμονώδεις μηχανισμούς. Οι διεργασίες αυτές ενδέχεται να επιδεινώνουν τη φλεγμονή που χαρακτηρίζει τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και να αυξάνουν τη συχνότητα των εξάρσεων.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να αποδειχθεί εάν η βελτίωση της ποιότητας του αέρα ή η μείωση της έκθεσης στους ρύπους μπορεί να περιορίσει άμεσα τη δραστηριότητα της νόσου. Ωστόσο, συνιστούν στους ασθενείς με ΡΑ να αποφεύγουν την παρατεταμένη παραμονή σε περιβάλλοντα με υψηλή ατμοσφαιρική ρύπανση, ιδιαίτερα όταν οι συγκεντρώσεις PM2.5 είναι αυξημένες.

Οι ειδικοί τονίζουν επίσης ότι, παρότι η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε κορεατικό πληθυσμό και τα ευρήματα πρέπει να επιβεβαιωθούν και σε άλλες χώρες, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την κατανόηση του ρόλου που διαδραματίζουν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες στην πορεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη λήψης μέτρων για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, καθώς η προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στη γενικότερη υγεία του πληθυσμού, αλλά και στη μείωση του πόνου και της φλεγμονής σε άτομα που πάσχουν από χρόνιες αυτοάνοσες παθήσεις.

Σχετικές δημοσιεύσεις