Η Ελλάδα αισθάνεται δικαιωμένη από την κατάληξη των διαπραγματεύσεων, καθώς πολλές από τις επιδιώξεις της αποτυπώθηκαν στο κείμενο της συμφωνίας. Κορυφαία μεταξύ αυτών είναι η δημιουργία, για πρώτη φορά, ενός υποχρεωτικού μηχανισμού αλληλεγγύης καθώς και η πρόβλεψη για ετήσια πολιτική συζήτηση, σε υπουργικό επίπεδο, που θα θέτει επί τάπητος τη μεταναστευτική κατάσταση και τις ανάγκες που υπάρχουν σε όρους αλληλεγγύης. Ταυτόχρονα, η ΕΕ αναγνωρίζει πλέον την απειλή που συνιστά η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης, και αποκτά εργαλεία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της. Επιπροσθέτως, η χώρα μας εξασφάλισε πρόνοιες που λειτουργούν αποτρεπτικά στην υπερφόρτωση των συνοριακών περιοχών της χώρας από πιέσεις που σχετίζονται με διαδικασίες ασύλου και κατοχύρωσε ότι θα λαμβάνεται υπόψη η παράμετρος της εθνικής ασφάλειας κατά το σχεδιασμό και την ανάπτυξη υποδομών, που σχετίζονται με αυτές τις διαδικασίες.
Στην πράξη, οι τρεις θεσμοί της ΕΕ (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή) κατέληξαν σε κοινό τόπο πάνω σε πέντε κομβικές νομοθετικές προτάσεις, που θα αποτελέσουν πυλώνες του νέου Συμφώνου:
- τη ρύθμιση η οποία επιτρέπει την καλύτερη ταυτοποίηση όσων φτάνουν στα σύνορα της ΕΕ, με ενιαίους κανόνες που θα εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη-μέλη, προβλέποντας επίσης τη διενέργεια υγειονομικών ελέγχων και ελέγχων ασφαλείας
- τη ρύθμιση Eurodac, χάρη στην οποία θα εμπλουτιστεί με περισσότερα στοιχεία, όπως χαρακτηριστικά προσώπου, η κοινή βάση δεδομένων όπου καταχωρίζονται τα δακτυλικά αποτυπώματα των αφιχθέντων. Θα διευκολυνθεί έτσι η αναγνώριση όσων εισέρχονται παράτυπα ή κινούνται παράνομα εντός της ΕΕ
- τη ρύθμιση για τις διαδικασίες ασύλου, χάρη στην οποία, με πλήρη σεβασμό στα δικαιώματα των αιτούντων, θα επιταχυνθούν και θα απλοποιηθούν σε όλη την ΕΕ η αξιολόγηση αιτήσεων χορήγησης ασύλου και οι επιστροφές. Θα είναι παράλληλα δυνατή μία πρώτη διαλογή, ώστε να εντοπίζονται αιτήματα που δεν έχουν πραγματική βάση
- τη ρύθμιση για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης, μέσω της οποίας θεσπίζεται ένας νέος μηχανισμός υποχρεωτικής αλληλεγγύης ανάμεσα στα κράτη-μέλη, καθώς κάθε χώρα θα καλείται να επιλέξει αν θέλει να αναλάβει την φιλοξενία αιτούντων άσυλο ή να συνεισφέρει οικονομικά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παύουν να επιβαρύνονται δυσανάλογα ή αποκλειστικά τα κράτη πρώτης υποδοχής όπως η Ελλάδα και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Σημειώνεται μάλιστα ότι σε περιόδους κρίσης, δηλαδή μεγάλης και απότομης αύξησης των ροών, η οικονομική εναλλακτική αναστέλλεται και τα κράτη υποχρεούνται να αναλάβουν αναλογικά τη φιλοξενία αιτούντων άσυλο
- τη ρύθμιση για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών από τρίτους.
Η τελική μορφή της συμφωνίας και οι πρόνοιές της θα «κλειδώσουν» αφού διευθετηθούν τεχνικές παράμετροι και στη συνέχεια θα προγραμματιστεί η τελική κύρωση. Μετά την επίσημη υιοθέτηση του νέου Συμφώνου, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη θα διαθέτουν ένα πληρέστερο και καλύτερο νομικό πλαίσιο, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν τις μεγάλες προκλήσεις που γεννά η μεταναστευτική πίεση που δέχεται η ήπειρός μας.
