Ο Δεκαπενταύγουστος σημαίνει το τέλος της δεκαπενθήμερης νηστείας που προηγείται της μεγαλύτερης θεομητορικής γιορτής της Ορθόδοξης εκκλησίας και γιορτάζεται με μεγάλες τιμές από άκρη σε άκρη της Ελλάδας. Είναι μια γιορτή που, βοηθούντος και του καιρού, προσφέρεται για μαζώξεις και υπαίθρια πανηγύρια, τα οποία συνοδεύονται κατά κανόνα από τα τοπικά εδέσματα και κρασί σε μεγάλες ποσότητες. Εξαιρούνται οι χρονιές που ο Δεκαπενταύγουστος πέφτει Τετάρτη ή Παρασκευή, οπότε οι κανόνες της εκκλησίες επιτρέπουν αυστηρά και μόνο την κατανάλωση ψαριού.
Όμως, σε αντίθεση με τα Χριστούγεννα και το Πάσχα όπου λίγο ως πολύ όλη η Ελλάδα απολαμβάνει τα ίδια εδέσματα, ο Δεκαπενταύγουστος παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή. Επιπλέον, έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Λόγω των πανηγυριών, τα φαγητά του Δεκαπενταύγουστου παρασκευάζονται συνήθως σε υπαίθριες κουζίνες και καταναλώνονται από τους πανηγυριστές στις πλατείες, τους δρόμους και τους περίβολους εκκλησιών και μοναστηριών. Είναι αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας και τα απολαμβάνουμε συνοδεία ζωντανής μουσικής, σε πρόχειρα σκεύη με την έμφαση να πέφτει στην κοινωνική διάσταση του φαγητού.
Τι τρώμε τον Δεκαπενταύγουστο σε κάθε γωνιά της Ελλάδας:
Μικρασιάτικο κεσκέκι στη Λέσβο
Το παραδοσιακό κεσκέκι ή κισκέτς ήρθε στη Λέσβο, όπως και σε κάποια χωριά της Σάμου και της Θράκης, μαζί με το κύμα των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Είναι ένα φαγητό που παρακσευάζεται σε όλα τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, σε γάμους και στα πανηγύρια και φυσικά στο μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας. Σπάνια θα το συναντήσει κανείς σε ταβέρνα και ακόμα πιο σπάνια σε σπίτι.
Ο λόγος είναι ότι θέλει πάρα πολλές ώρες και δουλειά -σχεδόν ένα 24ωρο στη φωτιά- και γίνεται πάντα σε μεγάλες ποσότητες, σε τεράστια καζάνια που τοποθετούνται πάνω στη φωτιά.
Η βασική συνταγή περιλαμβάνει κρέας πρόβιο και κατσικίσιο, καμιά φορά και μοσχάρι, άσπαστο στάρι που έχει μουλιάσει από το προηγούμενο βράδυ και πολλά κρεμμύδια. Το αποτέλεσμα είναι ένα εύγευστο πιλάφι με κρέας, το οποίο ενδείκνυται για την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ.
Δυστυχώς, λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούν φέτος στο νησί λόγω των κρουσμάτων του αφθώδους πυρετού και της καραντίνας που έχει επιβληθεί, το παραδοσιακό κεσκέκι φέτος δεν θα γίνει με κρέας από ντόπια πρόβατα και κατσίκια αλλά με μοσχάρι από άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Μοσχάρι στιφάδο στη Θάσο
Στην Θάσο ανήμερα της Παναγίας τα τραπέζια στρώνονται με μοσχάρι στιφάδο ή και κουνέλι για τους πιο παραδοσιακούς. Το στιφάδο είναι το εμβληματικό πιάτο της περιοχής, το «καμάρι» των νοικοκυρών του νησιού, που προετοιμάζεται με φροντίδα και περίσκεψη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μενού στα γιορτινά τραπέζια στο σπίτι, στις ταβέρνες και στα πανηγύρια. Όπως καταλαβαίνετε, από τη φύση του το στιφάδο ζητάει άφθονο κρασί και δη κόκκινο από τη Μακεδονία, το οποίο ρέει άφθονο ανήμερα της Παναγίας.
Κόκορας κοκκινιστός με μακαρόνια στην Εύβοια και μέρη της Πελοποννήσου
Στην Εύβοια και στα μέρη της Πελοποννήσου όπου δεν κυριαρχεί η γουρουνοπούλα -την Καλαμάτα για παράδειγμα-, το φαγητό που σερβίρεται κατά κανόνα τον Δεκαπενταύγουστο είναι ο κόκορας κοκκινιστός με μακαρόνια. Με μπόλικη κανέλα που δίνει χαρακτηριστικά σκούρο χρώμα στη σάλτσα, γαρύφαλλα και μπαχάρι, μαγειρεύεται σε χαμηλή φωτιά μέχρι να χωρίσει η σάρκα από το κόκκαλο και σερβίρεται με χοντρό μακαρόνι που έχουμε κάψει στο λάδι ή στο βούτυρο, πασπαλισμένο με τριμμένη ξηρή μυζήθρα. Είναι ένα πιάτο που σηκώνει πολύ κρασί και στην Εύβοια συνοδεύεται στο τραπέζι από τα ξακουστά τυροπιτάρια.
Παστιτσάδα στην Κέρκυρα
Στην Κέρκυρα το δίλημμα «τι θα φάμε τον Δεκαπενταύγουστο;» δεν υπήρξε ποτέ. Η σταρ του τραπεζιού, όπου και να βρισκόμαστε, είναι η παραδοσιακή παστιτσάδα. Φτιαγμένη από κόκορα ή μοσχάρι, αντλεί τη γεύση και αρώματά της από το μείγμα μπαχαρικών, σήμα κατατεθέν της γαστρονομίας του νησιού. Μιλάμε για το σπετσερικό, ένα μίγμα 12 μπαχαρικών εκ των οποίων τα απολύτως απαραίτητα είναι η κανέλα, το γαρύφαλλο, το μπαχάρι, το μοσχοκάρυδο, η γλυκιά πάπρικα και το κύμινο. Σπετσερικό βρίσκει κανείς στην Κέρκυρα αλλά και στα εξειδικευμένα καταστήματα μπαχαρικών στο κέντρο της Αθήνας και χρησιμοποιείται σε όλα σχεδόν τα κοκκινιστά κρέατα. Η παστιτσάδα σερβίρεται απαραιτήτως με τρυπητό μακαρόνι, λουσμένο στην πλούσια σάλτσα του κρέατος.
Αρνάκι γεμιστό από την Αστυπάλαια στην Θράκη
Το αρνάκι γεμιστό ή πατούδο είναι το παραδοσιακό πασχαλινό φαγητό των κατοίκων πολλών νησιών. Γεμισμένο με ρύζι, μυρωδικά, τα εντόσθια του ζώου και, κατά περίπτωση, τυρί, είναι ένα πιάτο μοναδικό που απαιτεί υπομονή και συνεργασία για να γίνει.
Ο Δεκαπενταύγουστος, γνωστός και ως «μικρό Πάσχα» ή «Πάσχα του καλοκαιριού» στους πιστούς, ξυπνάει σε πολλά μέρη της Ελλάδα αναστάσιμες μνήμες. Αρνιά και κατσίκια γεμίζονται με επιμέλεια για να τιμήσουν οι ντόπιοι την Κοίμηση της Παναγίας στα μεγάλα τραπέζια που στήνονται στα πολυάριθμα πανηγύρια στη Θράκη -πιο ξακουστό είναι το γεμιστό κατσικάκι της Σαμοθράκης-, στην Αστυπάλαια, σε περιοχές της Λέσβου και της Κρήτης.
Πατατάτο στην Τζιά και στην Αμοργό
Το πατατάτο βρίσκεται σε πολλά νησιά των Κυκλάδων, όπου προσφέρεται στις ταβέρνες και τα εστιατόρια σε διάφορες παραλλαγές. Όμως, το συγκεκριμένο πιάτο κατέχει εξέχουσα θέση στην κουζίνα της Τζιας και της Αμοργού, όπου συνοδεύει όλες τις γιορτές και τα πανηγύρια. Γίνεται με γίδινο κρέας, το οποίο σιγομαγειρεύεται σε μια πηχτή κόκκινη σάλτσα από ντόπιο πελτέ με πατάτες, σκόρδο, κανελογαρύφαλλα και μπαχάρι. Και για τους ρέκτες του είδους, το καλύτερο πατατάτο παρασκευάζεται σε καζάνι, σαν αυτά που στήνονται έξω από τους ναούς τον Δεκαπενταύγουστο και απολαμβάνεται μετά τη λειτουργία.
Ρόστο της Νάξου
Στη Νάξο, το φαγητό της γιορτής του Δεκαπενταύγουστου, που μαζεύει όλη την οικογένεια γύρω από το τραπέζι είναι το παραδοσιακό ρόστο. Χοιρινό μαγειρεμένο σε κρασί και ντομάτα, φρέσκια και πελτέ, σκόρδο και μπαχαρικά, το οποίο σερβίρεται με μακαρόνια και άφθονο τριμμένο τυρί. Εναλλακτικά σερβίρεται και με τηγανιτές πατάτες. Το πιο φημισμένο είναι το «απεραθίτικο» ρόστο, από την Απείρανθο, που έχει την τιμητική του κάθε χρόνο τον Δεκαπενταύγουστο.
Κρέας με πιλάφι στην Κρήτη
Στην Κρήτη, το πιάτο που δεν λείπει ποτές από γάμους και πανηγύρια είναι το πιλάφι με γίδα ή αρνί βραστά, στα οποία, ανάλογα με την περιοχή, προστίθεται και κόκορας. Τα διαφορετικά κρέατα σιγομαγειρεύονται μέχρι να μαλακώσουν και να δώσουν όλη τη γεύση τους και στο ζωμό τους ψήνεται το πιλάφι, που ζεματιέται στο τέλος με άφθονο τσιτσιριστό στακοβούτυρο. Πρόκειται για ένα πολύ πλούσιο πιάτο, που συνοδεύει την κατανάλωση της ρακής που ρέει άφθονη. Το πιλάφι συνοδεύεται συνήθως και από κάποιο μαγειρευτό κρέας, καλσουνάκια και τα απαραίτητα ξεροτήγανα για το τέλος.
