Διαβάζουμε για να.. νιώσουμε καλύτερα

Η βιβλιοθεραπεία, δηλαδή η χρήση βιβλίων για την ενίσχυση της ψυχικής υγείας, γνωρίζει τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερη αναγνώριση.

Αν και η αξία των βιβλίων αυτοβοήθειας έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά, αυξάνεται το ενδιαφέρον και για τη λεγόμενη δημιουργική βιβλιοθεραπεία, η οποία βασίζεται κυρίως στη λογοτεχνία. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, η λογοτεχνία δεν αποτελεί «θεραπεία για όλους» και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να έχει αρνητικές επιπτώσεις.

Η βιβλιοθεραπεία περιλαμβάνει τόσο βιβλία αυτοβοήθειας όσο και λογοτεχνικά έργα. Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι η ανάγνωση μυθοπλασίας επιτρέπει στον αναγνώστη να «βυθιστεί» σε φανταστικούς κόσμους που συχνά αντικατοπτρίζουν πραγματικές εμπειρίες. Μέσα από αυτούς μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τα συναισθήματά του, να αναπτύξει στρατηγικές αντιμετώπισης των δυσκολιών ή απλώς να απομακρυνθεί προσωρινά από το άγχος της καθημερινότητας.

Επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι η ποιοτική λογοτεχνία μπορεί να μειώσει το άγχος, να ανακουφίσει από την ψυχική πίεση και να ενισχύσει την ψυχική ανθεκτικότητα. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα ελκυστική, ειδικά σε χώρες όπου η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι περιορισμένη ή δαπανηρή. Παρά τη δημοτικότητά της, η επιστημονική τεκμηρίωση της δημιουργικής βιβλιοθεραπείας παραμένει περιορισμένη. Σύμφωνα με τον ερευνητή James Carney, η ανάγνωση δεν λειτουργεί ως «καθολικό φάρμακο». Τα οφέλη εξαρτώνται από τον άνθρωπο, το είδος του βιβλίου, την προσωπικότητα του αναγνώστη και τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με το κείμενο. Ο ίδιος τονίζει ότι η αντίληψη πως κάθε βιβλίο βελτιώνει την ψυχική υγεία είναι υπεραπλουστευμένη.

Η χρήση βιβλίων ως θεραπευτικού εργαλείου έχει ιστορικές ρίζες ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν χρησιμοποιούνταν για την ανακούφιση τραυματισμένων στρατιωτών. Σήμερα εφαρμόζεται με διάφορους τρόπους, είτε μέσω εξειδικευμένων βιβλιοθεραπευτών είτε ακόμη και από γιατρούς που προτείνουν συγκεκριμένα αναγνώσματα στους ασθενείς τους ως συμπληρωματική παρέμβαση. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η βιβλιοθεραπεία δεν αντικαθιστά την ψυχοθεραπεία ή τη φαρμακευτική αγωγή, αλλά μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το πρόγραμμα Reading Well της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης The Reading Agency δημιουργεί από το 2013 προτεινόμενες λίστες βιβλίων για άτομα με κατάθλιψη, άνοια, διατροφικές διαταραχές και άλλες ψυχικές ή σωματικές παθήσεις. Οι λίστες καταρτίζονται από ειδικούς και ανθρώπους με προσωπική εμπειρία των συγκεκριμένων προβλημάτων, ενώ μέχρι σήμερα έχουν οδηγήσει στον δανεισμό εκατομμυρίων βιβλίων μέσω δημόσιων βιβλιοθηκών.

Οι έρευνες δείχνουν ότι όσοι διαβάζουν συστηματικά για ευχαρίστηση εμφανίζουν συχνότερα χαμηλότερα επίπεδα άγχους, μοναξιάς και κατάθλιψης, μεγαλύτερη κοινωνική σύνδεση και υψηλότερη αυτοπεποίθηση. Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν είναι σαφές αν η ανάγνωση βελτιώνει την ψυχική υγεία ή αν τα άτομα που ήδη έχουν καλύτερη ψυχική κατάσταση διαβάζουν περισσότερο.

Σε αντίθεση με τα βιβλία αυτοβοήθειας, για τα οποία υπάρχουν ισχυρότερα επιστημονικά δεδομένα, τα οφέλη της λογοτεχνίας είναι πιο δύσκολο να αποδειχθούν. Η ανάγνωση φαίνεται να ενισχύει την ενσυναίσθηση, να μειώνει τα στερεότυπα απέναντι σε κοινωνικές ομάδες, να αυξάνει την αυτοπεποίθηση και να βοηθά ιδιαίτερα τα παιδιά στην έκφραση των συναισθημάτων τους.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι θεραπεύει συγκεκριμένες ψυχικές διαταραχές.

Μάλιστα, ορισμένες μορφές λογοτεχνίας μπορεί να αποδειχθούν επιβλαβείς. Μελέτη σε σχεδόν 900 άτομα με διατροφικές διαταραχές έδειξε ότι τα μυθιστορήματα με ήρωες που αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα συχνά επιδείνωναν τα συμπτώματα, ενισχύοντας εμμονές γύρω από το σώμα και το φαγητό. Αντίστοιχα, εκφράζονται ανησυχίες ότι βιβλία που εξιδανικεύουν τις εξαρτήσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά άτομα με ιστορικό εθισμού. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί θεωρούν απαραίτητη την προσεκτική επιλογή των βιβλίων ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ανθρώπου.

Έρευνες δείχνουν επίσης ότι η θετική επίδραση της ανάγνωσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο βαθιά εμπλέκεται συναισθηματικά ο αναγνώστης με το βιβλίο. Όσοι αισθάνονται ότι ταυτίζονται με την ιστορία και τους χαρακτήρες αναφέρουν μεγαλύτερη βελτίωση της ψυχικής τους ευεξίας. Ακόμη μεγαλύτερα οφέλη φαίνεται να προκύπτουν όταν η ανάγνωση συνοδεύεται από συζήτηση σε ομάδες ή λέσχες βιβλίου, καθώς η ανταλλαγή απόψεων βοηθά στην επεξεργασία δύσκολων συναισθημάτων.

Οι ειδικοί καταλήγουν ότι η βιβλιοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει ένα πολύτιμο συμπληρωματικό εργαλείο για ορισμένους ανθρώπους, αλλά δεν είναι κατάλληλη για όλους ούτε αντικαθιστά την επαγγελματική φροντίδα ψυχικής υγείας. Η σωστή επιλογή βιβλίων και η προσωπική ανταπόκριση του αναγνώστη είναι οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν αν η ανάγνωση θα λειτουργήσει πραγματικά ως μέσο ψυχικής ενδυνάμωσης.

Σχετικές δημοσιεύσεις