Ομιλία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Προέδρου του Eurogroup Κυριάκου Πιερρακάκη στο 9ο Athens Investment Forum 2026, με κεντρικό θέμα «Reinvesting in Greece: Προοπτικές και Στρατηγικές Επιλογές για την Επόμενη Μέρα», που διοργανώνεται από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) και τη Vertical Solutions
Καλημέρα σας.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Αγαπητέ κ. Καρρέρ,
Κυρίες και κύριοι,
Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση να απευθύνω χαιρετισμό στην έναρξη του 9ου Athens Investment Forum, ενός συνεδρίου που έχει πλέον καθιερωθεί ως σημαντικός θεσμός διαλόγου για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τις επενδύσεις και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Είναι πολύ σημαντικό για έναν Έλληνα Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να βρίσκεται εδώ, και θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα ερώτημα απλό στη διατύπωσή του αλλά καθοριστικό για τις επενδυτικές αποφάσεις που λαμβάνονται καθημερινά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Γιατί να επενδύσει κανείς σήμερα στην Ελλάδα;
Η απάντηση βρίσκεται σε όλα όσα άλλαξαν τα τελευταία επτά χρόνια. Και επιπροσθέτως σε όλα όσα έχουμε δρομολογήσει να αλλάξουμε το επόμενο διάστημα. Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2019. Και σίγουρα δεν είναι η Ελλάδα της προηγούμενης δεκαετίας.
Είναι μια χώρα που αποκατέστησε την οικονομική της αξιοπιστία, ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, εξυγίανε το τραπεζικό της σύστημα, εκσυγχρόνισε σημαντικές λειτουργίες του κράτους και επανήλθε δυναμικά στον διεθνή επενδυτικό χάρτη.
Δεν θεωρούμε ωστόσο σε καμία περίπτωση ότι η δουλειά μας τελείωσε. Γιατί, εάν η πρώτη φάση ήταν η επιστροφή στην κανονικότητα, η δεύτερη είναι η μετάβαση σε μια οικονομία υψηλότερης παραγωγικότητας, μεγαλύτερης εξωστρέφειας και περισσότερης προστιθέμενης αξίας. Και αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς επενδύσεις.
Όποιος επενδύει, γνωρίζει ότι η σημαντικότερη προϋπόθεση είναι μία, και λέγεται εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη στη δυνατότητα μιας χώρας να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της.
Αυτή την εμπιστοσύνη η Ελλάδα χρειάστηκε να την ξανακερδίσει. Και την ξανακέρδισε όπως αναγνωρίζουν σήμερα άπαντες. Μόνο ένα στοιχείο εδώ αρκεί: το 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι η ελληνική οικονομία δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες. Πρόκειται για μια ουσιαστική ευρωπαϊκή αναγνώριση της συνολικής προόδου που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.
Η δημοσιονομική αξιοπιστία, όμως, δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορούμε να οικοδομήσουμε μια πιο δυναμική οικονομία. Και η Ελλάδα, η αλήθεια είναι, διαθέτει σήμερα έναν συνδυασμό ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων που δύσκολα συναντά κανείς συγκεντρωμένα σε μία οικονομία.
Προσφέρει τη γεωοικονομική θέση μιας χώρας που βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Τη θεσμική ασφάλεια μιας χώρας που ταυτόχρονα συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη. Την τεχνογνωσία μιας οικονομίας με παγκόσμια παρουσία στη ναυτιλία, στον τουρισμό και σε εξαγωγικούς παραγωγικούς κλάδους. Το ανθρώπινο δυναμικό μιας κοινωνίας που επενδύει στη γνώση. Και, κυρίως, τα περιθώρια ανάπτυξης μιας οικονομίας που δεν έχει ακόμη εξαντλήσει τις παραγωγικές της δυνατότητες. Και αυτό – επιτρέψτε μου να πω – είναι και το σημαντικότερο: ότι η Ελλάδα δεν προσφέρει μόνο πρόσβαση σε μια αγορά. Προσφέρει τη δυνατότητα συμμετοχής στον μετασχηματισμό μιας ολόκληρης οικονομίας, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι διαθέτει ακόμη πολλές δυνατότητες που μένουν να αξιοποιηθούν.
Αλλά, σημασία εδώ έχει να είμαστε συγκεκριμένοι και να μιλάμε ειλικρινά.
Για πολλές δεκαετίες, το ελληνικό Δημόσιο αντιμετωπιζόταν από τις επιχειρήσεις ως μια πρόσθετη πηγή αβεβαιότητας – ως ένα πρόσθετο ρίσκο εγώ θα πω. Πολλά γραφειοκρατικά εμπόδια, όλα αυτά τα οποία κάθε επιχειρηματίας που επεδίωξε να επενδύσει στην Ελλάδα, το «βίωσε στο πετσί του». Αυτό το μοντέλο επιχειρήσαμε να το αλλάξουμε από το ’19 και μετά, πέρα από τις αμιγείς αλλαγές στο οικονομικό σύστημα, και ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους δεν ήταν υπό αυτήν την έννοια ένα τεχνολογικό εγχείρημα. Ήταν και παραμένει μια βαθιά οικονομική μεταρρύθμιση.
Το gov.gr, η ψηφιοποίηση των συναλλαγών, η διαλειτουργικότητα των δημόσιων μητρώων, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, η ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών για τις επιχειρήσεις… όλα αυτά συνιστούν παρεμβάσεις που περιορίζουν το διοικητικό κόστος και απελευθερώνουν παραγωγικούς πόρους.
Θέλουμε όμως κι ένα φορολογικό περιβάλλον που επιβραβεύει την παραγωγή και την επιχειρηματικότητα. Και αυτό ακριβώς κάναμε και κάνουμε.
Από το 2019 μειώσαμε τον φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων από το 28% στο 22%. Περιορίσαμε τη φορολογία των μερισμάτων. Μειώσαμε τις ασφαλιστικές εισφορές και καταργήσαμε ή περιορίσαμε σειρά επιβαρύνσεων. Η κατεύθυνση είναι σαφής: λιγότερα εμπόδια στην εργασία, περισσότερα κίνητρα στην επένδυση.
Με τις νέες παρεμβάσεις που παρουσίασε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, προχωρούμε ακόμη περισσότερο. Προβλέπουμε τη σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου για τα νομικά πρόσωπα από το 80% στο 50%, καθώς και ταχύτερες αποσβέσεις για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό.
Παράλληλα, θεσπίσαμε νέο πλαίσιο κινήτρων για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στην έρευνα, στην εφαρμοσμένη καινοτομία, στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στη βιοτεχνολογία. Στόχος μας είναι να προσελκύσουμε επενδύσεις οι οποίες μεταφέρουν τεχνογνωσία, δημιουργούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ενισχύουν την παραγωγικότητα και εντάσσουν τις ελληνικές επιχειρήσεις σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η επόμενη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας, η μεγαλύτερη από τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας.
Το 2019 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 11% του ΑΕΠ. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν και είναι κάπου στο 21%. Για το 2026, η εκτίμηση είναι ότι θα φτάσουν στο 17,7%. Έχουμε καλύψει, δηλαδή, ένα μεγάλο κομμάτι της απόστασης και πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντική πρόοδο που έχουμε δει να συντελείται. Θα συνεχίσουμε αυτή την ανοδική πορεία. Οφείλουμε να συγκλίνουμε με τις πιο δυναμικές ευρωπαϊκές οικονομίες και σίγουρα οφείλουμε να υπερβούμε το 20% του ΑΕΠ έως το τέλος της δεκαετίας.
Με αυτή τη φιλοσοφία σχεδιάσαμε και την πρωτοβουλία Invest Ahead. Έναν επενδυτικό χάρτη για τα επόμενα 10 χρόνια, που θα εντοπίζει περίπου τριάντα συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες σε στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας. Από την αγροδιατροφή και τη μεταποίηση έως την ενέργεια, τις υποδομές, τις υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας και τη γαλάζια οικονομία ή τις μονάδες αφαλάτωσης στα νησιά και τα ναυπηγεία σκαφών πολυτελείας – θέλουμε να γίνουμε συγκεκριμένοι. Η δυνητική επίδραση αυτών των ευκαιριών μπορεί να φτάσει τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ νέων επενδύσεων σε βάθος δεκαετίας. Με το Invest Ahead προχωρούμε ουσιαστικά ένα βήμα πέρα από τις παραδοσιακές πολιτικές προσέλκυσης επενδύσεων. Δεν περιοριζόμαστε, δηλαδή, στο να παρουσιάζουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας, αυτό μπορούν να το κάνουν όλοι. Δημιουργούμε έναν επενδυτικό οδικό χάρτη για την επόμενη δεκαετία. Η φιλοδοξία μας είναι προφανής: να περάσουμε από την οικονομία της ανάκαμψης, στην οικονομία της παραγωγικής επέκτασης.
Έτσι κι αλλιώς, η επενδυτική μας στρατηγική στηρίζεται πλέον σε ένα σημαντικά ισχυρότερο χρηματοδοτικό περιβάλλον. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ήταν πράγματι ένας ιστορικός καταλύτης για την κινητοποίηση επενδύσεων. Αλλά, όπως είπα, προετοιμάζουμε ήδη την επόμενη ημέρα. Αξιοποιούμε την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, τα οποία θα συνεχίσουν να έρχονται, και τις δυνατότητες του τραπεζικού συστήματος για να ενισχύσουμε την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε κεφάλαια. Το νέο πρόγραμμα δανείων και εγγυήσεων, με δημόσιους πόρους 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ και δυνατότητα κινητοποίησης συνολικής χρηματοδότησης 5 δισεκατομμυρίων, όλα αυτά μαζί αποτυπώνουν αυτή τη στρατηγική.
Κυρίες και κύριοι,
Αν επιθυμούμε να κατανοήσουμε τις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν, οφείλουμε να εντάξουμε την μικρότερη εικόνα της χώρας μέσα στην μεγαλύτερη ενός κόσμου ο οποίος βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μετάβαση. Και το ερώτημα σε τέτοιες ρευστές εποχές είναι πως μπορείς να εκμεταλλευτείς καλύτερα τις ευκαιρίες που διανοίγονται. Διότι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, την οποία ανέφερα πριν, αποκτά σήμερα μια νέα οικονομική και γεωπολιτική σημασία ταυτόχρονα.
Σε μια περίοδο αναδιάταξης των διεθνών εμπορικών διαδρόμων, ενεργειακής αβεβαιότητας και αναζήτησης ασφαλών εφοδιαστικών αλυσίδων, η χώρα μας μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική πύλη ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η Αλεξανδρούπολη, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και τα μεγάλα ενεργειακά έργα δεν είναι απλώς επιμέρους επενδύσεις στις υποδομές. Είναι προϋποθέσεις μιας ευρύτερης στρατηγικής για την αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό οικονομικό χάρτη.
Παράλληλα, η χώρα αναπτύσσει ένα νέο τεχνολογικό οικοσύστημα. Η παρουσία διεθνών εταιρειών τεχνολογίας, οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, η δημιουργία του ελληνικού AI Factory, του PHAROS, όλα αυτά αποδεικνύουν ότι θέλουμε η Ελλάδα να μην είναι απλώς καταναλωτής τεχνολογίας, αλλά παραγωγός καινοτομίας.
Και θέλουμε οι νέοι Έλληνες επιστήμονες να μπορούν να πραγματοποιούν διεθνείς σταδιοδρομίες χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους.
Ιδιαίτερη σημασία, όμως, αποδίδουμε και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Γιατί η ελληνική οικονομία θα μετασχηματιστεί όταν χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις αποκτήσουν τη δυνατότητα να μεγαλώσουν, να συνεργαστούν, να καινοτομήσουν και να εξάγουν ακόμα παραπάνω.
Και γι’ αυτό θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντική τη βαθύτερη ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών. Ως Πρόεδρος του Eurogroup, πιστεύω ότι η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης συνδέεται άμεσα με την ικανότητά της να κινητοποιεί τις αποταμιεύσεις της προς παραγωγικές επενδύσεις. Προσωπικά εργάζομαι μαζί με τους συνεργάτες μου προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς και με τους συναδέλφους μου στο Eurogroup. Γιατί καταλαβαίνουμε ότι μια ισχυρότερη Ευρωπαϊκή Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, όπως αποκαλείται η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, θα δημιουργήσει νέες, μεγάλες ευκαιρίες για κάθε επιχείρηση, για κάθε πολίτη. Το ίδιο φυσικά θα κάνει και η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, η προώθηση της τραπεζικής ενοποίησης, η κινητοποίηση επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς, και γενικά ο περιορισμός του ευρωπαϊκού κατακερματισμού. Όλα αυτά θα συμβάλλουν στην άρση των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές στις διαφορετικές εθνικές αγορές, αυτά λέει και η Έκθεση Ντράγκι, η Έκθεση Λέτα. Και, ασφαλώς, υπέρ των επενδύσεων θα λειτουργήσει και η ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ, ώστε το νόμισμά μας να γίνεται ολοένα και περισσότερο ελκυστικό. Είναι όλα όσα συζητούμε και όλα όσα προωθούμε αυτή τη στιγμή στο Eurogroup.
Και θα σας έλεγα ότι είμαι – σε μια φράση, με έναν τίτλο – αισιόδοξος. Γι’ αυτό και η δική μας φιλοδοξία είναι διπλή: μια Ελλάδα που προσελκύει περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, και μια Ευρώπη που δεν αρκείται στη διαχείριση των κρίσεων, αλλά δημιουργεί προϋποθέσεις μελλοντικής ευημερίας.
Κυρίες και κύριοι,
Η Ελλάδα έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι μπορεί να μετατρέπει τις μεγάλες ιστορικές δυσκολίες σε αφετηρία οικονομικής προόδου.
Οι γνώστες της ιστορίας θυμούνται το μεταπολεμικό ελληνικό οικονομικό θαύμα. Μια χώρα η οποία έβγαινε κατεστραμμένη από έναν παγκόσμιο πόλεμο και έναν εμφύλιο, κατάφερε, μέσα σε λίγα χρόνια, να αναπτύσσεται με μέσους ετήσιους ρυθμούς που ήταν τότε από τους υψηλότερους παγκοσμίως.
Πώς το πέτυχε; Εξασφάλισε νομισματική σταθερότητα. Κινητοποίησε εγχώρια κεφάλαια. Προσέλκυσε ξένες επιχειρήσεις. Ανέπτυξε τη βιομηχανική της παραγωγή και, βασικά, πίστεψε στους ανθρώπους της και στις δυνατότητές της.
Τότε δημιουργήθηκαν ή επεκτάθηκαν μεγάλες παραγωγικές μονάδες που σημάδεψαν την οικονομική ιστορία της χώρας.
Ασφαλώς, εκείνη ήταν μια εποχή με διαφορετικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Δεν είναι ένα μοντέλο που επιθυμούμε να αντιγράψουμε. Μπορούμε, όμως, να αντλήσουμε ουσιαστική έμπνευση. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική ιστορική πρόκληση.
Εάν το οικονομικό θαύμα του 20ού αιώνα ήταν το θαύμα της εκβιομηχάνισης, η μεγάλη ευκαιρία του 21ου αιώνα είναι ο μετασχηματισμός της Ελλάδας σε μια οικονομία υψηλής παραγωγικότητας, γνώσης και καινοτομίας.
Και μπορούμε να αποδείξουμε ξανά όπως και τότε ότι οι χώρες αλλάζουν την οικονομική τους μοίρα όταν συνδυάζουν τη σταθερότητα με την επένδυση, τις καλές δημόσιες πολιτικές με την ιδιωτική πρωτοβουλία, τα εγχώρια πλεονεκτήματα με τη διεθνή τεχνογνωσία.
Κυρίες και κύριοι,
Θα ήθελα να ολοκληρώσω ξεκαθαρίζοντας κάτι το οποίο κατ’ εμέ είναι σημαντικό. Δεν ζητούμε από τους επενδυτές να εμπιστευθούν μια αόριστη υπόσχεση. Η Ελλάδα δεν ζητά επενδύσεις επειδή απλώς τις χρειάζεται. Τις προσελκύει επειδή μπορεί να δημιουργήσει αξία από αυτές και γι’ αυτές. Και η δική μας δέσμευση είναι δεδομένη. Πάνω απ’ όλα, είναι η συνέπεια. Διότι οι επενδυτές δεν αναζητούν χώρες που υπόσχονται ότι δεν θα αντιμετωπίσουν ποτέ δυσκολίες. Αναζητούν τις χώρες που διαθέτουν τη θεσμική ικανότητα και την πολιτική βούληση να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, χωρίς να εγκαταλείπουν τη βασική τους στρατηγική. Και που θεωρούν πραγματικό μέτρο της ανάπτυξης το πως όλα αυτά εν τέλει επιστρέφουν στην κοινωνία κάνοντας τη ζωή των πολιτών καλύτερη στην καθημερινότητά τους.
Η χώρα έχει λοιπόν αποδείξει ήδη ότι μπορεί να ανατρέψει τις προβλέψεις. Τώρα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες. Η προηγούμενη δεκαετία ήταν η δεκαετία της επιστροφής. Η επόμενη πρέπει να γίνει η δεκαετία της δημιουργίας και των μεγάλων ευκαιριών.
Και σε αυτή τη νέα πορεία, σας καλώ να είστε συμμέτοχοι.
Σας ευχαριστώ πολύ.
