Μεγάλη αμερικανική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Internal Medicine, αναφέρει ότι οι πιλότοι και οι συνοδοί πτήσης είχαν αυξημένες πιθανότητες να καταλήξουν από καρκίνους που ενδέχεται να σχετίζονται με την έκθεση σε ακτινοβολία, σε σύγκριση με εργαζομένους άλλων επαγγελμάτων.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας και για όλους τους ανθρώπους ότι η κοσμική ακτινοβολία προκαλεί την αυξημένη θνησιμότητα.
Η μελέτη, με επικεφαλής το Δρ Vishal Patel από την Ιατρική Σχολή του Harvard, ανέλυσε 12,7 εκατομμύρια πιστοποιητικά θανάτου στις ΗΠΑ από το 2020 έως το 2024, που αντιστοιχούσαν σε 503 επαγγέλματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν 14.190 πιλότοι και 7.170 συνοδοί πτήσης. Οι ερευνητές εξέτασαν τη βασική επαγγελματική απασχόληση κάθε ατόμου και συνέκριναν τη θνησιμότητα από διάφορες μορφές καρκίνου.
Στους καρκίνους που θεωρούνται δυνητικά σχετιζόμενοι με την ακτινοβολία περιλαμβάνονταν ο καρκίνος του μαστού, του κεντρικού νευρικού συστήματος, του θυρεοειδούς και του προστάτη, το πολλαπλό μυέλωμα, η λευχαιμία, τα λεμφώματα, το μελάνωμα και άλλοι καρκίνοι του δέρματος. Ο καρκίνος του πνεύμονα εξαιρέθηκε, επειδή το κάπνισμα θα μπορούσε να επηρεάζει σημαντικά τα αποτελέσματα.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ως ομάδα σύγκρισης τους μηχανικούς και συναρμολογητές αεροσκαφών, οι οποίοι εργάζονται γύρω από αεροπλάνα αλλά δεν εκτίθενται συνήθως σε κοσμική ακτινοβολία κατά τη διάρκεια των πτήσεων. Ως θετική ομάδα ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν οι τεχνολόγοι πυρηνικής ιατρικής, οι οποίοι είναι γνωστό ότι εκτίθενται επαγγελματικά σε ακτινοβολία.
Μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η φυλή, η εθνικότητα, το μορφωτικό επίπεδο και η οικογενειακή κατάσταση, οι καρκίνοι που θεωρούνται δυνητικά σχετιζόμενοι με την ακτινοβολία αντιστοιχούσαν στο 6,9% των θανάτων των συνοδών πτήσης και στο 6,7% των θανάτων των πιλότων. Τα ποσοστά αυτά ήταν τα υψηλότερα και τα δεύτερα υψηλότερα, αντίστοιχα, μεταξύ των 503 επαγγελμάτων που εξετάστηκαν.
Σε σύγκριση με εργαζομένους άλλων επαγγελμάτων, οι προσαρμοσμένες πιθανότητες θανάτου από αυτούς τους καρκίνους ήταν 50% υψηλότερες στους συνοδούς πτήσης και 36% υψηλότερες στους πιλότους. Και στις δύο ομάδες παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένη θνησιμότητα από καρκίνο του μαστού, του κεντρικού νευρικού συστήματος, του προστάτη και από μελάνωμα. Μόνο οι πιλότοι παρουσίασαν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες θανάτου από λευχαιμία.
Αντίθετα, δεν διαπιστώθηκε σημαντική αύξηση για το πολλαπλό μυέλωμα, τα λεμφώματα ή τους μη μελανωματικούς καρκίνους του δέρματος. Οι μηχανικοί και συναρμολογητές αεροσκαφών δεν εμφάνισαν αυξημένη θνησιμότητα από τους συγκεκριμένους καρκίνους, ενώ οι τεχνολόγοι πυρηνικής ιατρικής κατατάχθηκαν στη 12η θέση.
Η βιοστατιστικός Δρ Chaya Moskowitz, από το MemorialSloan Kettering Cancer Center, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, χαρακτήρισε τα ευρήματα «πειστικές ενδείξεις» αυξημένου κινδύνου θανάτου από καρκίνο στους εργαζομένους των αερομεταφορών. Ωστόσο, επισήμανε ότι η έρευνα δεν μπορεί να διαχωρίσει την επίδραση της κοσμικής ακτινοβολίας από άλλους επαγγελματικούς ή παράγοντες τρόπου ζωής, όπως η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία UV-A και η διαταραχή του κιρκάδιου ρυθμού.
Η μελέτη δεν μέτρησε την πραγματική δόση ακτινοβολίας που δέχθηκε κάθε εργαζόμενος, ούτε εξέτασε όλους τους πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες. Επιπλέον, τα πιστοποιητικά θανάτου δεν αποτελούν τέλειο μέτρο της αιτίας θανάτου και η επαγγελματική ιδιότητα μπορεί να είχε καταγραφεί λανθασμένα.
Σε συνοδευτικό σχόλιο, οι Catherine M. Olsen και KenKaripidis ανέφεραν ότι η απουσία αυξημένης θνησιμότητας από καρκίνους που δεν θεωρούνται σχετιζόμενοι με την ακτινοβολία ενισχύει την υπόθεση ότι η επαγγελματική έκθεση μπορεί να διαδραματίζει ρόλο. Τόνισαν, όμως, ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να αποσαφηνιστεί η συμβολή της κοσμικής ακτινοβολίας και άλλων παραγόντων.
Οι ειδικοί πρότειναν οι γιατροί να ρωτούν συστηματικά τους ασθενείς για προηγούμενη ή τρέχουσα εργασία στις αερομεταφορές, να ενημερώνουν τους πιλότους για την έκθεση στην UV-A και τη σημασία της αντηλιακής προστασίας κατά τις πτήσεις και να εξετάζεται το ενδεχόμενο ετήσιου δερματολογικού ελέγχου για τους εργαζομένους των αερομεταφορών.
