Επίσκεψη εργασίας στη Βιέννη πραγματοποίησε την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου ο Υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, κ. Τάσος Χατζηβασιλείου, στο πλαίσιο των συστηματικών επαφών που πραγματοποιεί με Ευρωπαίους εταίρους ενόψει της ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το β΄ εξάμηνο του 2027.
Ο κ. Χατζηβασιλείου συναντήθηκε με την Αυστριακή ομόλογό του, Ομοσπονδιακή Υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Claudia Bauer, με την οποία συζήτησε θέματα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και τις προκλήσεις που βρίσκονται στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό το πρίσμα και της προετοιμασίας της Ελληνικής Προεδρίας. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, η ασφάλεια και η άμυνα, η ενεργειακή ασφάλεια, η ανθεκτικότητα της Ένωσης και η σημασία διατήρησης της ευρωπαϊκής συνοχής σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον. Συζήτησαν και για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο σε εποικοδομητικό κλίμα, αφού Ελλάδα και Αυστρία έχουν σημαντικές διαφωνίες για το μέγεθος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
Στη συνέχεια, ο Υφυπουργός Εξωτερικών απευθύνθηκε στη Διπλωματική Ακαδημία της Βιέννης, ένα από τα ιστορικότερα ιδρύματα διεθνών σχέσεων στον κόσμο που λειτουργεί αδιάλειπτα από τον 18ο αιώνα. Την ομιλία και τη δημόσια συζήτηση παρακολούθησαν εκπρόσωποι της διπλωματικής και ακαδημαϊκής κοινότητας.
Κατά την ομιλία του, ο κ. Χατζηβασιλείου αναφέρθηκε στις μεγάλες γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη και στη σημασία της πολυμερούς συνεργασίας, του Διεθνούς Δικαίου και της διπλωματίας ως βασικών εργαλείων για τη διαχείριση κρίσεων και τη γεφύρωση διαφορετικών εθνικών προσεγγίσεων. Παρουσίασε, παράλληλα, τις βασικές προτεραιότητες της Ελληνικής Προεδρίας: ασφάλεια και άμυνα, ανταγωνιστικότητα και ενιαία αγορά, ανθεκτικότητα, διεύρυνση με έμφαση στα Δυτικά Βαλκάνια, μετανάστευση και ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διαπραγμάτευση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 και στην ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαθέτει τους απαραίτητους πόρους για να ανταποκριθεί στις αυξημένες ευθύνες της. Ανέδειξε τη σταθερή ελληνική θέση υπέρ ενός φιλόδοξου και επαρκώς χρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, επισημαίνοντας ότι οι νέες στρατηγικές προτεραιότητες δεν πρέπει να χρηματοδοτηθούν σε βάρος της Πολιτικής Συνοχής και της οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης. «Η Ελλάδα και η Αυστρία χάρη στις άριστες διμερείς σχέσεις συνομιλούμε ως φίλοι με ειλικρίνεια, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο ΠΔΠ», κατέληξε.
