Ερευνητές από το University of Bristol ανακοίνωσαν ότι η ανοσοθεραπεία θα μπορούσε να αποτελέσει νέα θεραπευτική προσέγγιση για άτομα που πάσχουν από ανθεκτική κατάθλιψη. Τα αποτελέσματα της πιλοτικής αυτής δοκιμής δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό JAMA Psychiatry και δείχνουν ότι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται ήδη για φλεγμονώδεις παθήσεις ίσως μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα της κατάθλιψης σε ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στα αντικαταθλιπτικά.
Οι περισσότερες αντικαταθλιπτικές θεραπείες δρουν επηρεάζοντας νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου, όπως η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και η νοραδρεναλίνη. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες εξετάζουν όλο και περισσότερο ένα διαφορετικό μηχανισμό που μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση της νόσου: Τη χρόνια φλεγμονή.
Κατάθλιψη και φλεγμονή στο αίμα
Πλήθος ερευνών έχει δείξει ότι περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους με κατάθλιψη εμφανίζει αυξημένους δείκτες φλεγμονής στο αίμα. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι σε ορισμένους ασθενείς το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να συμμετέχει ενεργά στην πρόκληση ή τη διατήρηση των συμπτωμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει συγκεντρώσει η πρωτεΐνη ιντερλευκίνη-6 (IL-6), η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης. Προηγούμενες μελέτες είχαν ήδη συνδέσει τα αυξημένα επίπεδα της IL-6 με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης.
Η ερευνητική ομάδα είχε στο παρελθόν χρησιμοποιήσει τη μέθοδο της Μεντελιανής τυχαιοποίησης, μία γενετική τεχνική που βοηθά στον διαχωρισμό της αιτιότητας από τη σύμπτωση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η φλεγμονή μέσω της οδού της IL-6 πιθανόν να αποτελεί έναν από τους βιολογικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της κατάθλιψης.
Με βάση αυτή την υπόθεση, οι ερευνητές αποφάσισαν να εξετάσουν εάν η αναστολή της IL-6 θα μπορούσε να βελτιώσει τα συμπτώματα των ασθενών. Για τον σκοπό αυτό πραγματοποίησαν μια τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων σε άτομα με ανθεκτική κατάθλιψη και ενδείξεις χαμηλού βαθμού φλεγμονής στις εξετάσεις αίματος.
Στη μελέτη συμμετείχαν 30 ασθενείς που στρατολογήθηκαν μέσω του University of Cambridge και του Cambridgeshire and Peterborough NHS Foundation Trust. Από αυτούς, οι 14 έλαβαν το φάρμακο τοσιλιζουμάμπη (tocilizumab), ενώ οι υπόλοιποι 16 έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Η τοσιλιζουμάμπη χρησιμοποιείται ήδη για τη θεραπεία φλεγμονωδών παθήσεων, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, και δρα μπλοκάροντας τους υποδοχείς της IL-6.
Παρότι το μικρό μέγεθος του δείγματος δεν επέτρεψε την εξαγωγή οριστικών στατιστικών συμπερασμάτων, τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Οι ασθενείς που έλαβαν τοσιλιζουμάμπη παρουσίασαν γενικά μεγαλύτερη βελτίωση στη σοβαρότητα της κατάθλιψης, στην κόπωση, στο άγχος και στη συνολική ποιότητα ζωής σε σύγκριση με όσους έλαβαν placebo.
Ύφεση της νόσου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε το ποσοστό ύφεσης της νόσου. Συγκεκριμένα, το 54% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακο πέτυχε ύφεση των συμπτωμάτων, έναντι 31% στην ομάδα ελέγχου.
Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι πέντε ασθενείς θα πρέπει να λάβουν τη θεραπεία ώστε ένας επιπλέον ασθενής να ωφεληθεί ουσιαστικά. Για σύγκριση, ο αντίστοιχος αριθμός για τα συνηθέστερα αντικαταθλιπτικά φάρμακα της κατηγορίας SSRIs είναι περίπου επτά ασθενείς.
Ο καθηγητής Golam Khandakar χαρακτήρισε τη μελέτη σημαντικό ορόσημο στην ανάπτυξη νέων θεραπειών για την ανθεκτική κατάθλιψη, ενώ η ερευνήτρια Éimear Foley τόνισε ότι τα αποτελέσματα φέρνουν την επιστημονική κοινότητα πιο κοντά στην εξατομικευμένη ψυχιατρική φροντίδα, όπου η θεραπεία θα επιλέγεται με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.
